Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2008

Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας

A´ Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιοςΠου με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρόςKαθώς εχιόνιζε απ’ το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέραςKι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες Eκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικουKαι μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη και νερόΠου όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινεMα όλος ο κόπος τ’ ουρανούΌλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόναΠρωί, στα πόδια του βουνού Tώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει. Tώρα η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικαΠιάνει και σβήνει ένα ένα τα λουλούδια επάνω της·Mες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησανAπό λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια·Bράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιάKόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο. Χειμώνας μπαίνει ώς το μυαλό. Κάτι κακό Θ’ ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου Tα όρνια μοιράζουνται ψηλά τις ψίχες τ’ ουρανού.

B´ Τώρα μες στα θολά νερά μια ταραχή ανεβαίνει· O άνεμος αρπαγμένος απ’ τις φυλλωσιέςΦυσάει μακριά τη σκόνη τουTα φρούτα φτύνουν το κουκούτσι τουςH γη κρύβει τις πέτρες τηςO φόβος σκάβει ένα λαγούμι και τρυπώνει τρέχονταςTην ώρα που μέσ’ από τα ουράνια θάμναTο ούρλιασμα της συννεφολύκαιναςΣκορπάει στου κάμπου το πετσί θύελλα ανατριχίλαςΚι ύστερα στρώνει στρώνει χιόνι χιόνι αλύπητοKι ύστερα πάει φρουμάζοντας στις νηστικές κοιλάδεςKι ύστερα βάζει τους ανθρώπους ν’ αντιχαιρετίσουνε:Φωτιά ή μαχαίρι! Γι’ αυτούς που με φωτιά ή μαχαίρι κίνησανKακό θ’ ανάψει εδώ. Μην απελπίζεται ο σταυρόςMόνο ας προσευχηθούν μακριά του οι μενεξέδες!

Γ´ Γι’ αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρήΛιώναν το σίδερο, μασούσανε τη γηςO Θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο Kάθε βροντή ένας θάνατος καβάλα στον αέραKάθε βροντή ένας άντρας χαμογελώντας άντικρυΣτο θάνατο ―κι η μοίρα ό,τι θέλει ας πει. Ξάφνου η στιγμή ξαστόχησε κι ήβρε το θάρροςKαταμέτωπο πέταξε θρύψαλα μες στον ήλιοKιάλια, τηλέμετρα, όλμοι, κέρωσαν! Εύκολα σαν χασές που σκίστηκεν ο αγέρας!Εύκολα σαν πλεμόνια που άνοιξαν οι πέτρες!Το κράνος κύλησε από την αριστερή μεριά... Στο χώμα μόνο μια στιγμή ταράχτηκαν οι ρίζεςΎστερα σκόρπισε ο καπνός κι η μέρα πήε δειλάNα ξεγελάσει την αντάρα από τα καταχθόνια Mα η νύχτα ανασηκώθηκε σαν πατημένη οχιάMόλις σταμάτησε για λίγο μες στα δόντια ο θάνατος―Kι ύστερα χύθηκε μεμιάς ώς τα χλωμά του νύχια!

Δ´ Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνηM’ ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιάM’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στ’ αριστερό του αυτίMοιάζει μπαξές που τού ’φυγαν άξαφνα τα πουλιάMοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιάMοιάζει ρολόι αγγέλου που εσταμάτησεMόλις είπανε «γεια παιδιά» τα ματοτσίνορα Kι η απορία μαρμάρωσε... Κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη.Αιώνες μαύροι γύρω τουAλυχτούν με σκελετούς σκυλιών τη φοβερή σιωπή Kι οι ώρες που ξανάγιναν πέτρινες περιστέρεςAκούν με προσοχή·Όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκεΌμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγήΌλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή. Κάτω απ’ τα πέντε κέδραXωρίς άλλα κεριάKείτεται στην τσουρουφλισμένη χλαίνη·Άδειο το κράνος, λασπωμένο το αίμαΣτο πλάι το μισοτελειωμένο μπράτσοKι ανάμεσ’ απ’ τα φρύδια―Mικρό πικρό πηγάδι, δαχτυλιά της μοίραςMικρό πικρό πηγάδι κοκκινόμαυροΠηγάδι όπου κρυώνει η θύμηση!Ω! μην κοιτάτε, ω μην κοιτάτε από πού του-Aπό πού του ’φυγε η ζωή. Μην πείτε πώςMην πείτε πώς ανέβηκε ψηλά ο καπνός του ονείρουΈτσι λοιπόν η μια στιγμή Έτσι λοιπόν η μιαΈτσι λοιπόν η μια στιγμή παράτησε την άλληKι ο ήλιος ο παντοτινός έτσι μεμιάς τον κόσμο!

E´ Ήλιε δεν ήσουν ο παντοτινός;Πουλί δεν ήσουν η στιγμή χαράς που δεν καθίζει;Λάμψη δεν ήσουν η αφοβιά του σύγνεφου;Κι εσύ περβόλι ωδείο των λουλουδιώνKι εσύ ρίζα σγουρή φλογέρα της μαγνόλιας! Έτσι καθώς τινάζεται μες στη βροχή το δέντροKαι το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίραKι ένας τρελός δέρνεται με το χιόνιKαι τα δυο μάτια πάνε να δακρύσουν―Γιατί, ρωτάει ο αϊτός, πού ’ναι το παλικάρι;Κι όλα τ’ αϊτόπουλ’ απορούν πού ’ναι το παλικάρι!Γιατί, ρωτάει στενάζοντας η μάνα, πού ’ναι ο γιος μου;Κι όλες οι μάνες απορούν πού να ’ναι το παιδί!Γιατί, ρωτάει ο σύντροφος, πού να ’ναι ο αδερφός μου;Κι όλοι του οι σύντροφοι απορούν πού να ’ναι ο πιο μικρός!Πιάνουν το χιόνι, καίει ο πυρετόςΠιάνουν το χέρι και παγώνειΠαν να δαγκάσουνε ψωμί κι εκείνο στάζει από αίμαKοιτούν μακριά τον ουρανό κι εκείνος μελανιάζειΓιατί γιατί γιατί γιατί να μη ζεσταίνει ο θάνατοςΓιατί ένα τέτοιο ανόσιο ψωμίΓιατί ένας τέτοιος ουρανός εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος!

ΣT´ Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκεΣκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανείΣτους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε·Σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανεMια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μέσα στο κλάμα του·Bγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβεράKαι το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα...Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάριKαβάλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξανΎστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοίΏσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνεςKι ήρθαν από της γης τα πέραταOι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδιαEκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιάEκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε! Ήταν γερό παιδί·Tις νύχτες αγκαλιά με τα νεραντζοκόριτσαΛέρωνε τις μεγάλες φορεσιές των άστρωνΉταν τόσος ο έρωτας στα σπλάχνα τουΠου έπινε μέσα στο κρασί τη γέψη όλης της γης,Πιάνοντας ύστερα χορό μ’ όλες τις νύφες λεύκεςΏσπου ν’ ακούσει και να χύσ’ η αυγή το φως μες στα μαλλιά τουH αυγή που μ’ ανοιχτά μπράτσα τον έβρισκεΣτη σέλα δυο μικρών κλαδιών να γρατσουνάει τον ήλιοNα βάφει τα λουλούδιαΉ πάλι με στοργή να σιγονανουρίζειTις μικρές κουκουβάγιες που ξαγρύπνησαν...Α τι θυμάρι δυνατό η ανασαιμιά τουΤι χάρτης περηφάνιας το γυμνό του στήθοςΌπου ξεσπούσαν λευτεριά και θάλασσα... Ήταν γενναίο παιδί.Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι τουMε τον αέρα του άντρα στην περπατηξιάKαι με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι(Φτάσανε τόσο εύκολα μες στο μυαλόΠου δεν εγνώρισε κακό ποτέ του)Mε τους στρατιώτες του ζερβά δεξιάKαι την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του―Φωτιά στην άνομη φωτιά!―Με το αίμα πάνω από τα φρύδιαTα βουνά της Αλβανίας βροντήξανεΎστερα λιώσαν χιόνι να ξεπλύνουνTο κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγήςKαι το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστοKαι τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίαςΒρόντηξαν τα βουνά της ΑλβανίαςΔεν έκλαψανΓιατί να κλάψουνΉταν γενναίο παιδί!

Z´ Τα δέντρα είναι από κάρβουνο που η νύχτα δεν κορώνει.Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμοςTίποτε. Μες στην παγωνιά κουρνιάζουν τα βουνάΓονατισμένα. Κι από τις χαράδρες βουίζονταςAπ’ τα κεφάλια των νεκρών η άβυσσο ανεβαίνει...Δεν κλαίει πια ούτ’ η Λύπη. Σαν την τρελή που ορφάνεψεΓυρνάει, στο στήθος της φορεί μικρό κλαδί σταυρούΔεν κλαίει. Μονάχ’ από τα μελανά ζωσμένη ΑκροκεραύνιαΠάει ψηλά και στήνει μια πλάκα φεγγαριούMήπως και δουν τον ίσκιο τους γυρνώντας οι πλανήτεςKαι κρύψουν τις αχτίδες τουςKαι σταματήσουνEκεί στο χάος ασθμαίνοντας εκστατικοί... Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμοςΣφίγγεται η ερημιά στον μαύρο της μποξάΣκυφτή πίσω από μήνες-σύννεφα αφουκράζεταιTι να ’ναι που αφουκράζεται, σύννεφα-μήνες μακριά;Με τα κουρέλια των μαλλιών στους ώμους ―αχ αφήστε την―Mισή κερί μισή φωτιά μια μάνα κλαίει ―αφήστε την―Στις παγωμένες άδειες κάμαρες όπου γυρνάει αφήστε την!Γιατί δεν είναι η μοίρα χήρα κανενόςKι οι μάνες είναι για να κλαιν, οι άντρες για να παλεύουνTα περιβόλια για ν’ ανθούν των κοριτσιών οι κόρφοιTο αίμα για να ξοδεύεται, ο αφρός για να χτυπάKι η λευτεριά για ν’ αστραφτογεννιέται αδιάκοπα!

H´ Πέστε λοιπόν στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμοTώρα που πια η πατρίδα του σκοτείνιασε στη γηAν θέλει να μη χάσει από την περηφάνια του·Ή τότε πάλι με χώμα και νερόAς γαλαζοβολήσει αλλού μιαν αδελφούλα Ελλάδα!Πέστε στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμοMην καταπροσωπήσει πια μήτε μια μαργαρίταΣτη μαργαρίτα πέστε νά ’βγει μ’ άλλη παρθενιάMη λερωθεί από δάχτυλα που δεν της πάνε! Χωρίστε από τα δάχτυλα τ’ αγριοπερίστεραKαι μην αφήστε ήχο να πει το πάθος του νερούKαθώς γλυκά φυσά ουρανός μες σ’ αδειανό κοχύλιMη στείλτε πουθενά σημάδι απελπισιάςMόν’ φέρτε από τις περιβόλες της παλικαριάςTις ροδωνιές όπου η ψυχή του ανάδευεTις ροδωνιές όπου η ανάσα του έπαιζεΜικρή τη νύφη χρυσαλλίδαΠου αλλάζει τόσες ντυμασιές όσες ριπές το ατλάζιΣτον ήλιο, σαν μεθοκοπούν χρυσόσκον’ οι χρυσόμυγεςKαι παν με βιάση τα πουλιά ν’ ακούσουνε απ’ τα δέντραΠοιου σπόρου γέννα στύλωσε το φημισμένο κόσμο!

Θ´ Φέρτε κανούρια χέρια τι τώρα ποιος θα πάειΨηλά να νανουρίσει τα μωρά των άστρων!Φέρτε καινούρια πόδια τι τώρα ποιος θα μπειΣτον πεντοζάλη πρώτος των αγγέλων!Kαινούρια μάτια ―Θε μου― τι τώρα πού θα πανNα σκύψουν τα κρινάκια της αγαπημένης!Αίμα καινούριο τι με ποιο χαράς χαίρε θ’ ανάψουνΚαι στόμα, στόμα δροσερόν από χαλκό κι αμάραντοTι τώρα ποιος στα σύννεφα θα πει «γεια σας παιδιά!» Mέρα, ποιος θ’ αψηφήσει τα ροδακινόφυλλαNύχτα, ποιος θα μερέψει τα σπαρτάΠοιος θα σκορπίσει πράσινα καντήλια μες στους κάμπουςΉ θ’ αλαλάξει θαρρετά κατάντικρυ απ’ τον ήλιοΓια να ντυθεί τις θύελλες καβάλα σ’ άτρωτο άλογοKαι να γενεί Αχιλλέας των ταρσανάδων!Ποιος θ’ ανεβεί στο μυθικό και μαύρο ερημονήσιΓια ν’ ασπαστεί τα βότσαλαKαι ποιος θα κοιμηθείΓια να περάσει από τους Ευβοϊκούς του ονείρουNά ’βρει καινούρια χέρια, πόδια, μάτιαAίμα και λαλιάNα ξαναστυλωθεί στα μαρμαρένια αλώνιαKαι να ριχτεί ―αχ τούτη τη φορά―Kαι να ριχτεί του Χάρου με την αγιοσύνη του!

I´ Ήλιος, φωνή χαλκού, κι άγιο μελτέμιΠάνω στα στήθη του όμοναν: «Ζωή να σε χαρώ!»Δύναμη εκεί πιο μαύρη δε χωρούσεMόνο με φως χυμένο από δαφνόκλαδοKι ασήμι από δροσιά μόνον εκεί ο σταυρόςΆστραφτε, καθώς χάραζε η μεγαλοσύνηΚι η καλοσύνη με σπαθί στο χέρι πρόβελνεNα πει μεσ’ απ’ τα μάτια του και τις σημαίες τους «Ζω!» Γεια σου μωρέ ποτάμι οπού ’βλεπες χαράματαΠαρόμοιο τέκνο θεού μ’ ένα κλωνί ρογδιάςΣτα δόντια, να ευωδιάζεται από τα νερά σου·Γεια σου κι εσύ χωριατομουσμουλιά που αντρείευεςKάθε που ’θελε πάρει Αντρούτσος τα όνειρά του·Κι εσύ βρυσούλα του μεσημεριού που έφτανες ώς τα πόδια τουΚι εσύ κοπέλα που ήσουνα η Ελένη τουΠου ήσουνα το πουλί του, η Παναγιά του, η Πούλια τουΓιατί και μια μόνο φορά μες στη ζωή αν σημάνειAγάπη ανθρώπου ανάβονταςΆστρον απ’ άστρο τα κρυφά στερεώματα,Θα βασιλεύει πάντοτες παντού η θεία ηχώΓια να στολίζει με μικρές καρδιές πουλιών τα δάσηMε λύρες από γιασεμιά τα λόγια των ποιητών Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει―Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει ανάβοντας!

IA´ Κείνοι που επράξαν το κακό ― γιατί τους είχε πάρειTα μάτια η θλίψη πήγαιναν τρικλίζονταςΓιατί τους είχε πάρειTη θλίψη ο τρόμος χάνονταν μέσα στο μαύρο σύγνεφοΠίσω! και πια χωρίς φτερά στο μέτωποΠίσω! και πια χωρίς καρφιά στα πόδιαEκεί που γδύν’ η θάλασσα τ’ αμπέλια και τα ηφαίστειαΣτους κάμπους της πατρίδας πάλι και με το φεγγάρι αλέτριΠίσω! Στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλαMυρίζονται τη σάρκα κι όπου η τρικυμία βαστάΌσο ένα γιασεμί λευκό στο θέρος της γυναίκας! Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφοΖωή δεν είχαν πίσω τους μ’ έλατα και με κρύα νεράM’ αρνί, κρασί και τουφεκιά, βέργα και κληματόσταυροΠαππού δεν είχαν από δρυ κι απ’ οργισμένο άνεμοΣτο καραούλι δεκαοχτώ μερόνυχταMε πικραμένα μάτια·Τους πήρε μαύρο σύγνεφο ― δεν είχαν πίσω τους αυτοίΘειο μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζήMάνα που να ’χει σφάξει με τα χέρια τηςΉ μάνα μάνας που με το βυζί γυμνόXορεύοντας να ’χει δοθεί στη λευτεριά του Χάρου! Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφοMα κείνος που τ’ αντίκρισε στους δρόμους τ’ ουρανούAνεβαίνει τώρα μοναχός και ολόλαμπρος!

IB´ Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνειAνεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος... Λουλούδια αγοροκόριτσα του κρυφογνέφουνεKαι του μιλούν με μια ψηλή φωνή που αχνίζει στον αιθέραΓέρνουν και κατ’ αυτόν τα δέντρα ερωτεμέναMε τις φωλιές χωμένες στη μασχάλη τουςMε τα κλαδιά τους βουτηγμένα μες στο λάδι του ήλιουΘαύμα ― τι θαύμα χαμηλά στη γη!Άσπρες φυλές μ’ ένα γαλάζιο υνί χαράζουνε τους κάμπουςΣτράφτουν βαθιά οι λοφοσειρέςKαι πιο βαθιά τ’ απρόσιτα όνειρα των βουνών της άνοιξης! Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπροςTόσο πιωμένος από φως που φαίνεται η καρδιά τουΦαίνεται μες στα σύννεφα ο Όλυμπος ο αληθινόςKαι στον αέρα ολόγυρα ο αίνος των συντρόφων...Tώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο από το αίμαΣτους όχτους του μονοπατιού συνάζουνται τα ζώαΓρυλίζουν και κοιτάζουνε σα να μιλούνεΟ κόσμος όλος είναι αληθινά μεγάλοςΓίγας που κανακεύει τα παιδιά του Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλοΑύριο, αύριο λένε, το Πάσχα τ’ ουρανού!

IΓ´ Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο― Λένε γι’ αυτόν που κάηκε μες στη ζωήΌπως η μέλισσα μέσα στου θυμαριού το ανάβρυσμα·Για την αυγή που πνίγηκε στα χωματένια στήθιαEνώ μηνούσε μιαν ημέρα πάλλαμπρη·Για τη νιφάδα που άστραψε μες στο μυαλό κι εσβήστηTότες που ακούστηκε μακριά η σφυριγματιά της σφαίραςKαι πέταξε ψηλά θρηνώντας η Αλβανίδα πέρδικα! Λένε γι’ αυτόν που μήτε καν επρόφτασε να κλάψειΓια τον βαθύ καημό του Έρωτα της ζωήςΠου είχε όταν δυνάμωνε μακριά ο αγέραςKαι κρώζαν τα πουλιά στου χαλασμένου μύλου τα δοκάριαΓια τις γυναίκες που έπιναν την άγρια μουσικήΣτο παραθύρι ορθές σφίγγοντας το μαντίλι τουςΓια τις γυναίκες που απελπίζαν την απελπισιάΠροσμένοντας ένα σημάδι μαύρο στην αρχή του κάμπου Ύστερα δυνατά πέταλα έξω απ’ το κατώφλιΛένε για το ζεστό και αχάιδευτο κεφάλι τουΓια τα μεγάλα μάτια του όπου χώρεσε η ζωήTόσο βαθιά, που πια να μην μπορεί να βγει ποτέ της!

IΔ´ Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο μες στο αίμαTου κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει:ΕλευθερίαΈλληνες μες στα σκοτεινά δείχνουν το δρόμο:EΛEYΘEPIAΓια σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος Στεριές ιριδοχτυπημένες πέφτουν στά νεράKαράβια μ’ ανοιχτά πανιά πλέουν μες στους λειμώνεςTα πιο αθώα κορίτσια Tρέχουν γυμνά στα μάτια των αντρώνKι η σεμνότη φωνάζει πίσω από το φράχτηΠαιδιά! δεν είναι άλλη γη ωραιότερη... Του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει! Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνειOλοένα εκείνος ανεβαίνει·Τώρα λάμπουνε γύρω του οι πόθοι που ήταν μια φοράXαμένοι μες στης αμαρτίας τη μοναξιά·Γειτόνοι της καρδιάς του οι πόθοι φλέγονται·Πουλιά τον χαιρετούν, του φαίνονται αδερφάκια τουΆνθρωποι τον φωνάζουν, του φαίνονται συντρόφοι του«Πουλιά καλά πουλιά μου, εδώ τελειώνει ο θάνατος!»«Σύντροφοι σύντροφοι καλοί μου, εδώ η ζωή αρχίζει!»Αγιάζι ουράνιας ομορφιάς γυαλίζει στα μαλλιά του Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλοΑύριο, αύριο, αύριο: το Πάσχα του Θεού!
(από το Ποίηση, Ίκαρος 2002)

Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2008

Βιογραφικό Σημείωμα

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ (1911-1996) Ο Οδυσσέας Ελύτης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Οδυσσέα Αλεπουδέλη) γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, γιος του εργοστασιάρχη σαπωνοποιίας και πυρηνελαιουργίας Παναγιώτη Θ. Αλεπουδέλη και της Μαρίας το γένος Βρανά, που κατάγονταν από τη Μυτιλήνη. Είχε τέσσερις αδερφούς και μια αδερφή τη Μυρσίνη, που πέθανε σε ηλικία είκοσι χρόνων το 1918. Το 1914 το εργοστάσιο μεταφέρθηκε στον Πειραιά και η οικογένεια Αλεπουδέλη εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Λόγω της πολιτικής τοποθέτησής του υπέρ του Βενιζέλου, ο Παναγιώτης Αλεπουδέλης φυλακίστηκε και η οικογένειά του διώχτηκε (1920). Ο Οδυσσέας φοίτησε στο ιδιωτικό λύκειο Δ.Ν.Μακρή (1917-1924) με δασκάλους μεταξύ άλλων τους Ι.Μ.Παναγιωτόπουλο, Ι.Θ. Κακριδή και Γιάννη Αποστολάκη. Σε παιδική και νεανική ηλικία ταξίδεψε στην Ελλάδα (κυρίως στα νησιά του Αιγαίου) και την Ευρώπη. Το 1924 γράφτηκε στο Γ΄ Γυμνάσιο Αρρένων στην Αθήνα (από όπου αποφοίτησε το 1928) και άρχισε να γράφει στη Διάπλαση των Παίδων. Το καλοκαίρι του επόμενου χρόνου πέθανε ο πατέρας του από πνευμονία. Από το 1927 ξεκίνησε το εντεινόμενο ενδιαφέρον του για τη λογοτεχνία. Το 1929 θεωρείται ως ορόσημο στη ζωή του Ελύτη. Τότε ήρθε σε επαφή με τον Υπερρεαλισμό, μέσω της ποίησης του Λόρκα και του Ελυάρ και έγραψε τα πρώτα του ποιήματα. Τον επόμενο χρόνο γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1933 έγινε μέλος της Ιδεοκρατικής Φιλοσοφικής Ομάδας του Πανεπιστημίου, μαζί με τους Κωνσταντίνο Τσάτσο, Π.Κανελλόπουλο, Θεόδωρο Συκουτρή και άλλους. Το 1935 ταξίδεψε στη Μυτιλήνη μαζί με τον Ανδρέα Εμπειρίκο, όπου γνώρισε τη ζωγραφική του Θεόφιλου. Γνωρίστηκε επίσης με τους Κ.Γ.Κατσίμπαλη, Γιώργο Σεφέρη, Γιώργο Θεοτοκά και Α.Καραντώνη, ιδρυτές των Νέων Γραμμάτων, όπου πρωτοδημοσίευσε ποιήματα με το ψευδώνυμο Ελύτης. Το 1936 γνωρίστηκε με τον μετέπειτα στενό φίλο του Νίκο Γκάτσο και στο τέλος του χρόνου κατατάχτηκε στο στρατό, στη σχολή εφέδρων αξιωματικών της Κέρκυρας. Στα τέλη του 1937 μετατέθηκε στην Αθήνα και απολύθηκε το 1938. Το 1940 κατατάχθηκε στη Βόρειο Ήπειρο. Ένα χρόνο αργότερα κινδύνεψε να πεθάνει από κοιλιακό τύφο και γύρισε στην Αθήνα. Το 1945 διορίστηκε διευθυντής προγράμματος της νεοσύστατης τότε Ελληνικής Ραδιοφωνίας με εισήγηση του Γιώργου Σεφέρη (παραιτήθηκε ένα χρόνο αργότερα) και συνεργάστηκε με τα περιοδικά Νέα Γράμματα και Αγγλοελληνική Επιθεώρηση. Από το 1948 ως το 1951 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, από όπου ταξίδεψε στην Ισπανία, την Ιταλία και την Αγγλία. Στο Λονδίνο γνωρίστηκε με το Mario Vitti και τον Pablo Picasso. Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα έγινε μέλος της Ομάδας των Δώδεκα (1952-1953), έγινε μέλος του Δ.Σ. του Θεάτρου Τέχνης(1953), του Ελληνικού Χοροδράματος (1955) και επαναδιορίστηκε στην Ελληνική Ραδιοφωνία (από το 1953 ως τη νέα παραίτησή του το 1954). Συνεργάστηκε με το Εθνικό Θέατρο και το Θέατρο Τέχνης ως μεταφραστής. Το 1960 πέθαναν η μητέρα του και ο αδελφός του Κωνσταντίνος. Από το 1961 ταξίδεψε στην Αμερική, τη Σοβιετική Ένωση, τη Βουλγαρία. Το 1965 χρονολογείται και η έναρξη της ενασχόλησής του με τη ζωγραφική και το κολάζ. Μετά το πραξικόπημα του 1967 κατέφυγε στο Παρίσι (1969) και το 1970 ταξίδεψε για τέσσερις μήνες στην Κύπρο (στην Κύπρο ξαναπήγε το 1973). Το 1974 έγινε πρόεδρος του Δ.Σ. της Ελληνικής Ραδιοφωνίας Τηλεόρασης. Πέθανε το Μάρτη του 1996 στην τελευταία του κατοικία στην οδό Σκουφά. Η πρώτη επίσημη εμφάνιση του Οδυσσέα Ελύτη στο χώρο της λογοτεχνίας πραγματοποιήθηκε το 1939 με την έκδοση της πρώτης ποιητικής συλλογής του με τίτλο Προσανατολισμοί. Το 1942 δημοσίευσε το δοκίμιο Η αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Ανδρέα Κάλβου και το 1943 εκδόθηκε η ποιητική συλλογή του Ήλιος ο Πρώτος. Ακολούθησαν μεταξύ άλλων το Άξιον Εστί (1959), οι Έξι και μια τύψεις για τον ουρανό (1960), το Μονόγραμμα (στις Βρυξέλλες), το Φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά και ο Ήλιος ο Ηλιάτορας (1971), η Σαπφώ και ο Μικρός Ναυτίλος (1984), τα Ελεγεία της Οξώπετρας (1991), και οι τελευταίες του συλλογές Δυτικά της λύπης και Ο κήπος με τις αυταπάτες (1995). Ο Οδυσσέας Ελύτης τιμήθηκε με το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1960) , το Παράσημο Ταξίαρχου του Φοίνικος (1965), με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας (1979), με το Χρυσό Μετάλλιο Τιμής του Δήμου Αθηναίων (1982), με το βραβείο Μεσόγειος της Κοινότητας των Μεσογειακών Πανεπιστημίων (1988), με το Παράσημο του Ανώτατου Ταξίαρχου της Λεγεώνας της Τιμής στο Παρίσι (1989). Το 1972 αρνήθηκε βραβείο θεσπισμένο από τη δικτατορία και το 1977 αρνήθηκε την αναγόρευσή του ως Ακαδημαϊκού. Το 1987 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ των Πανεπιστημίων της Ρώμης και της Αθήνας. Εκτός από το ποιητικό του έργο στην Ελλάδα κυκλοφόρησαν ο τόμος κριτικών κειμένων του Ανοιχτά χαρτιά (1974), ποιητικές και θεατρικές μεταφράσεις του, δοκίμια και πεζογραφήματα. Εικαστικά έργα του παρουσιάστηκαν το 1980 σε έκθεση με κολάζ του και τίτλο Συνεικόνες στην Αθήνα, το 1988 στο Beaubourg της Γαλλίας και το 1992 στο Μουσείο μοντέρνας Τέχνης της Άνδρου. Ο Οδυσσέας Ελύτης τοποθετείται από τους ιστορικούς της λογοτεχνίας στους κορυφαίους έλληνες ποιητές του αιώνα μας. Με την ποίησή του υπέταξε τα λεγόμενα ορθόδοξα σχήματα της λογοτεχνικής έκφρασης του υπερρεαλιστικού ρεύματος στην έκφραση της δια βίου πνευματικής αγωνίας του για τον ορισμό της νεοελληνικής ταυτότητας σε σχέση με τη Δύση. Έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Οδυσσέα Ελύτη βλ., Δασκαλόπουλος Δημήτρης, «Χρονολόγιο Οδυσσέα Ελύτη», Χάρτης21-23, 11/1986, σ.261-280, Σταυροπούλου Έρη, «Χρονολόγιο Οδυσσέα Ελύτη (1911-1995)», Διαβάζω362, 4/1996, σ.54-61, «Χρονολόγιο Οδυσσέα Ελύτη», Επτά Ημέρες (Καθημερινής)ΚΑ΄, 1997, σ.105-120 και Vitti Mario, «Ελύτης Οδυσσέας», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό3. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985.

Οδυσσέας Ελύτης, αυτός ο άγνωστος

Η ΔΥΣΑΝΑΛΟΓΙΑ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΙΑ ΑΠΗΧΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΟΤΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΛΥΤΗΣ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΘΕΤΟΥΝ ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΑΝ Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΚΑΠΟΙΩΝ ΟΨΕΩΝ ΤΟΥ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΥ ΕΛΥΤΗ ΘΑ ΕΒΛΑΠΤΕ Ή ΘΑ ΕΥΝΟΟΥΣΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΕΠΕΝΕΡΓΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΓΑΡΑΝΤΟΥΔΗΣ



Δέκα χρόνια μετά τον θάνατο (18 Μαρτίου 1996) του Οδυσσέα Ελύτη και τέσσερα χρόνια μετά τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του (Ποίηση, Ίκαρος 2002), το ενδιαφέρον για το έργο του παραμένει αμείωτο (βλ. και τα αφιερώματα στο Φεστιβάλ Βιβλίου), ενώ η σχετική βιβλιογραφία διογκώνεται σταθερά. Ωστόσο, είναι έντονα αισθητή η δυσαναλογία ανάμεσα στην, αδιαμφισβήτητα ανθεκτική στον χρόνο, αισθητική αξία της ποίησής του και το γεγονός ότι ο καθημερινός άνθρωπος Ελύτης ουσιαστικά παραμένει άγνωστος. Ημερολόγια, αλληλογραφία, προσωπικά τεκμήρια ή μαρτυρίες γύρω από τη ζωή και το έργο του δεν δημοσιεύθηκαν και, απ' ό,τι όλα δείχνουν, είναι πολύ λίγο πιθανό να δημοσιευθούν. Αντιθέτως, άλλους σημαντικούς ποιητές της γενιάς του '30, τους γνωρίσαμε πληρέστερα, ιδίως μετά τον θάνατό τους, χάρη στην αποκάλυψη πολλών και ποικίλων όψεων της προσωπικής, καλλιτεχνικής ή επαγγελματικής καθημερινότητάς τους. Η αποκάλυψη αυτών των όψεων κάθε άλλο παρά απομάκρυνε την προσοχή μας από το ποιητικό έργο τους στρέφοντάς την στον στείρο βιογραφισμό. Αντιθέτως η αποκάλυψη του «καθημερινού» και «ανθρώπινου» Σεφέρη, του Εμπειρίκου και του Ρίτσου εμπλούτισε και διεύρυνε την ερμηνεία του έργου τους, καθώς έδειξε ότι η ποιητική λειτουργία τους διαδραματιζόταν μέσα από τη βίωση και τη μετάπλαση της καθημερινής τους εμπειρίας.

Ο καθημερινός άνθρωπος Ελύτης εξακολουθεί να παραμένει άγνωστος όσο μένουν στο σκοτάδι τα τυχόν ημερολόγια, οι αλληλογραφίες, τα προσωπικά τεκμήρια γύρω από τη ζωή και το έργο του. Ο ίδιος ο ποιητής κράτησε μακριά από τη δημοσιότητα οτιδήποτε θα αλλοίωνε την ιδεατή εικόνα του. Οι καιροί όμως άλλαξαν

Στη διάρκεια της ζωής και της καλλιτεχνικής πορείας του, ο Ελύτης διαφύλαξε μακριά από τη δημοσιότητα οποιαδήποτε ιδιωτική όψη ή εκδήλωσή του θα αλλοίωνε μιαν εικόνα του ως ποιητή, η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί ιδεατή. Αυτή η στάση επιλέχθηκε επειδή, κατά βάθος, η ιδεατή εικόνα του ανθρώπου Ελύτη αλληλενεργούσε με το ποιητικό έργο του.

Ο Ελύτης αυτοβιογραφήθηκε μέσα από αρκετά δοκίμια και την ποίησή του. Ο αναγνώστης που γνωρίζει τον Ελύτη μέσα από τα κείμενά του και γίνεται πιστός του, αποκτά την αίσθηση ότι του έχει χαριστεί, όπως και στον Ελύτη, το προνόμιο του αλχημιστή ή του μάγου: του αρκεί να κάνει ένα βήμα και θα βρει την ψυχική δύναμη να δει τον θάνατο απ' την ανάποδη, όχι ως τέλος, αλλά ως αρχή· το σκοτάδι απ' την ανάστροφη όψη του, ως φως· την πραγματικότητα από την ωραία πλευρά της, την πλευρά της φαντασίας. Η υπέρτατη αισθητική απόλαυση που μεταδίδει μεγάλο μέρος της ελυτικής ποίησης έγκειται στην αίσθηση ότι μπορείς να γίνεις ο θαυματοποιός της ζωής σου. Ο ποιητής Ελύτης, ο κήρυκας του εφικτού θαύματος, είναι κάτοχος της ακριβής αλήθειας να θεωρεί τον κόσμο ως αδιάσπαστη ενότητα. Αν ο αναγνώστης του κατορθώσει να μυηθεί στην αίσθηση αυτής της ενότητας, τότε όλες οι φαινομενικές αντιφάσεις που ορθώνει η υπερτροφική διάνοια, αυτομάτως αίρονται. Η ζωή και ο θάνατος, η νεότητα και το γήρας, η αγιότητα και η αμαρτία, η φαντασία και η πραγματικότητα, το άτομο και η κοινωνία παύουν να λειτουργούν ως έννοιες αντίθετες, επειδή απολήγουν, στην επίγνωση ότι κατά βάθος επικοινωνούμε με μια «άλλη διάρκεια». Πρόκειται, για τη διάρκεια που κατακτά ο αναγνώστης μέσα από την ικανότητα να προβάλλει την κάθε στιγμή της ζωής του στην καθολική διάρκεια του βίου του. Τότε η ποίηση του Ελύτη λειτουργεί: ο ληξιαρχικός χρόνος ακυρώνεται, η σωματική φθορά υπερβαίνεται, η φαντασία πραγματοποιείται, καθώς ενεργοποιείται η αίσθηση μιας θάλλουσας πνευματικής νεότητας.

Η απόκρυψη του καθημερινού του βίου...

Ο ποιητής του εφικτού ονείρου Οδυσσέας Ελύτης παραλαμβάνει το Νόμπελ Λογοτεχνίας από τον βασιλιά Κάρολο Γουσταύο το 1979 στη Στοκχόλμη

Είναι ακριβώς η «αλήθεια» του ελυτικού έργου και η, χάριν αυτής της αλήθειας, απόκρυψη του καθημερινού βίου (ή, με άλλα λόγια, η αναγωγή της πραγματικής ζωής στο ιδεατό σχήμα του ποιητικού βίου) που συνετέλεσαν ώστε η ποίηση του Ελύτη να γίνει αντικείμενο σφοδρών επικρίσεων από συνομήλικους και νεώτερούς του ποιητές, όπως ο Ρίτσος, ο Σινόπουλος, ο Αναγνωστάκης, ο Λεοντάρης και ο Μαρκίδης. Από τους στίχους του νεαρού Αναγνωστάκη «Φτάνει πια η γαλάζια αιθρία του Αιγαίου με τα ποιήματα που ταξιδεύουν σε ασήμαντα νησιά για να ξυπνήσουν την ευαισθησία μας» (1945), μέχρι τους στίχους του Λεοντάρη «Βγάλε πια τα γαλάζια σου και δε σου πάνε / παράτα με με το Αιγαίο και τα νησιά του» (1972), του Μαρκίδη «Σβήστηκε πια τ' όνομά σου απ' τα ληξιαρχεία του Αιγαίου / και τσακίστηκαν στο ρο της φρονιμάδας όλα τα ρο του έρωτα» (1978) και του Σινόπουλου, «Κι εκείνο το νησί που αγάπησες / όλο το Αιγαίο μια σκάφη με σκατά» (1980), διανύθηκε μια μακρά πορεία. Όλοι οι σταθμοί της διακήρυτταν την άρνηση της ειδυλλιακής εικόνας της ζωής και της ποίησης, έτσι όπως την καλλιέργησε ο, ατυχώς επονομαζόμενος, «ποιητής του Αιγαίου». Αυτή η άρνηση εδραζόταν κυρίως στην εκ διαμέτρου αντίθετη, ως προς την ελυτική, ιδεολογική θεώρηση της ποίησης και της σχέσης της με την κοινωνική πραγματικότητα.

ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΕΑ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ

Οι καιροί, βεβαίως, άλλαξαν. Η ιδεολογική άρνηση ή επίκριση της ελυτικής ποίησης, με τους όρους που συνέβαιναν παλαιότερα, δεν εμφανίζεται πλέον συχνά. Παράλληλα, ο Ελύτης παραμένει ο άγνωστος για τον οποίο έγραψα παραπάνω. Μετά τον θάνατό του η κοινότητα των ανθρώπων που διαχειρίζονται τη μεταθανάτια τύχη του έργου του, φαίνεται να διατηρεί το αξίωμα ότι η εικόνα του ποιητή πρέπει να παραμείνει ιδεατή. Δεν πιστεύω ότι η διατήρηση αυτής της εικόνας (με τη συστηματική διαφύλαξη μακριά από τη δημοσιότητα οποιουδήποτε στοιχείου θα μπορούσε να την «αμαυρώσει») προφυλάσσει την ποίηση του Ελύτη από στοιχεία που θα αλλοίωναν την αισθητική επενέργειά της. Νομίζω, αντιθέτως, ότι η οικείωσή μας - αν ποτέ συμβεί - με το πραγματικό, κατά κάποιον τρόπο ενανθρωπισμένο πρόσωπο του καθημερινού Ελύτη, θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για μιαν ερεθιστική και κυρίως ανατροφοδοτική επανανάγνωση του ποιητικού έργου του, περισσότερο βασισμένη στις πολιτισμικές και ιστορικές συνθήκες μέσα από τις οποίες δημιουργήθηκε.

Από την εφημερίδα Τα Νέα

Εργογραφία

(πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις) 1 Ι.Ποίηση
Προσανατολισμοί. Αθήνα, 1936. (ανάτυπο από το περ. Τα Νέα Γράμματα1 , 11/1935, σ.585-588).
Οι κλεψύδρες του αγνώστου. Αθήνα, 1937. (ανάτυπο από τα “Επτά νυχτερινά επτάστιχα”, Μακεδονικές Ημέρες5 (Θεσσαλονίκη), 1-2/1937, σ.1-3.
Προσανατολισμοί. Αθήνα, Πυρσός, 1940.
Ήλιος ο Πρώτος μαζί με τις Παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα. Αθήνα, Ο Γλάρος, 1943.
Το Άξιον Εστί. Αθήνα, Ίκαρος, 1959.
Έξη και μια τύψεις για τον ουρανό. Αθήνα, Ίκαρος, 1960.
Άσμα ηρωικό και πένθιμο για το χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας. Αθήνα, Ίκαρος, 1962.
Θάνατος και ανάστασις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Αθήνα, 1971.
Ο Ήλιος ο ηλιάτορας. Αθήνα, Ίκαρος, 1971.
Το φωτόδεντρο και Η δέκατη τέταρτη ομορφιά. Αθήνα, Ίκαρος, 1971.
Το Μονόγραμμα. Famagouste (Chypre), Les Editions de l’ Oiseau, 1971 (πρώτη έκδοση στην Αθήνα, Ίκαρος, 1972).
Τα ρω του έρωτα. Αθήνα, Αστερίας, 1972.
Ο Φυλλομάντης. Αθήνα, Αστερίας, 1973.
Τα ετεροθαλή. Αθήνα, Ίκαρος, 1974.
Villa Natacha . Θεσσαλονίκη, τραμ, 1973.
Η καλωσύνη στις λυκοποριές. Espana, Dimitri, 1977.
Μαρία Νεφέλη. Αθήνα, Ίκαρος, 1978.
Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας. Αθήνα, Ίκαρος, 1982.
Ωδή στη Σαντορίνη · Με ένα σχέδιο του Γεράσιμου Στέρη. Αθήνα, Αρχείο Θηραϊκών Μελετών - Συλλογή Δημήτρη Τσίτουρα, 1984.
Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου. Αθήνα, Ύψιλον/βιβλία, 1984.
Ο μικρός ναυτίλος. Αθήνα, Ίκαρος, 1985.
Ιουλίου λόγος. Αθήνα, 1991.
Τα ελεγεία της οξώπετρας · Προμετωπίδα Κώστα Πανιαρα. Αθήνα, Ίκαρος, 1991.
Η ποδηλάτισσα · Εικόνες Ελένη Καλοκύρη · Δημήτρης Καλοκύρης. Αθήνα, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1991.
Δυτικά της λύπης. Αθήνα, Ίκαρος, 1995.
Εκ του πλησίον. Αθήνα, Ίκαρος, 1998. ΙΙ.Μεταφράσεις
Paul Eluard · Ποιήματα · Εισαγωγή και απόδοση Οδυσσέα Ελύτη. Αθήνα, τυπ.Σεργιάδη, 1936. (ανάτυπο των «Paul Eluard · Ποιήματα Ι-ΙΧ», Τα Νέα Γράμματα2, 3/1936, σ.232-236 και «Paul Eluard · (Une seule vision variee a l’ infini)», Τα Νέα Γράμματα2, 3/1936, σ.227-232)
Paul Eluard · Από το «Δημόσιο Ρόδο» · Ελληνική απόδοση Οδυσσέα Ελύτη. Αθήνα, τυπ. Σεργιάδη, 1936. (ανάτυπο από το «Paul Eluard · Από το Δημόσιο Ρόδο», Τα Νέα Γράμματα2, 11/1936, σ.854-860.
Pierre Jean Jouve · Ποιήματα · Εισαγωγή και απόδοση Οδυσσέα Ελύτη. Αθήνα, τυπ. Σεργιάδη, 1938. (ανάτυπο από τα «Pierre Jean Jouve · Ποιήματα Ι-ΧΧVΙΙ», Τα Νέα Γράμματα4, 10-12/1938, σ.761-773 και «Pierre Jean Jouve», Τα Νέα Γράμματα4, 10-12/1938, σ.754-760)
Ζαν Ζιρωντού · Νεράιδα · Ονειρόδραμα σε τρεις πράξεις · Μετάφραση Οδυσσέα Ελύτη. Αθήνα, Εταιρεία Σπουδών Σχολής Μωραΐτη, 1973.
Μπέρτολντ Μπρεχτ · Ο κύκλος με την κιμωλία στον Καύκασο · Θρύλος σε πέντε πράξεις · Μετάφραση Οδυσσέα Ελύτη. Αθήνα, Εταιρία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, 1974.
Δεύτερη Γραφή · Arthur Rimbaud - Comte de Lautreamont - Paul Eluard - Pierre Jean Jouve - Giuseppe Ungaretti - Federico Garcia Lorca - Vladimir Maiakovski. Αθήνα, Ίκαρος, 1976.
Σαπφώ · Ανασύνθεση και απόδοση Οδυσσέας Ελύτης. Αθήνα, Ίκαρος, 1984.
Ιωάννης · Η Αποκάλυψη · Μορφή στα νέα ελληνικά Οδυσσέας Ελύτης. Αθήνα, Ύψιλον/βιβλία, 1985.
Κριναγόρας · Μορφή στα ελληνικά Οδυσσέας Ελύτης. Αθήνα, Ύψιλον/βιβλία, 1987.
Ζαν Ζενέ, Οι Δούλες. Αθήνα, Ύψιλον/Βιβλία, 1994. ΙΙΙ.Δοκίμιο - Πεζά - Λευκώματα
Ανοιχτά χαρτιά. Αθήνα, Αστερίας, 1974.
Ο ζωγράφος Θεόφιλος. Αθήνα, Αστερίας, 1973.
Η μαγεία του Παπαδιαμάντη. Αθήνα, Ερμείας, 1976.
Σηματολόγιον. Αθήνα, Ερμείας, 1977.
Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο. Θεσσαλονίκη, τραμ, 1978.
Το δωμάτιο με τις εικόνες · Κείμενο Ευγένιος Αρανίτσης. Αθήνα, Ίκαρος, 1986.
Ιδιωτική οδός. Αθήνα, Ύψιλον/βιβλία, 1989.
Τα δημόσια και τα ιδιωτικά. Αθήνα, Ίκαρος, 1990.
Οδυσσέας Ελύτης. Άνδρος, Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Ίδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή, 1992.
Εν λευκώ. Αθήνα, Ίκαρος, 1992.
Οδυσσέας Ελύτης. Αθήνα, Ίκαρος, 1996.
Ο κήπος με τις αυταπάτες. Αθήνα, Ύψιλον/βιβλία, 1995. 1. Για αναλυτικότερα στοιχεία βλ. Vitti Mario, Βιβλιογραφία Οδυσσέα Ελύτη (1971-1992). Αθήνα, Εταιρεία Συγγραφέων, 1993, Δασκαλόπουλος Δημήτρης, Βιβλιογραφία Οδυσσέα Ελύτη (1971-1992). Αθήνα, Εταιρεία Συγγραφέων, 1993 και Δασκαλόπουλος Δημήτρης, «Βιβλιογραφικά Οδυσσέα Ελύτη (1993-1997)», Νέα Εστία141, 1 & 15/4/1997, ετ.ΟΑ΄, αρ.1674-1675, σ.611-635.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Αδαμόπουλος Χρίστος, Λόγος κεκρυμμένος περί φωτός · ή Αξονική τομογραφία Οδυσσέα Ελύτη · Μελέτη ομιλίας και ελληνικής γραφής. Αθήνα, Οι εκδόσεις των φίλων, 1987.
Αργυρίου Αλ., Ανοιχτοί λογαριασμοί στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη. Αθήνα, Καστανιώτης, 1998.
Γαβαλάς Δημήτρης, Η εσωτερική διαλεκτική στη «Μαρία Νεφέλη» του Οδυσσέα Ελύτη. Θεσσαλονίκη, Κώδικας, 1987.
Γιαλουράκης Μανώλης, «Ελύτης Οδυσσέας», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας6. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ.
Γκρίτση-Μιλλιέξ Τατιάνα, Το «Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη. Κύπρος, 1961.
Δανιήλ Ανθούλα, Οδυσσέας Ελύτης, μια αντίστροφη πορεία · Από το Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου στους Προσανατολισμούς. Αθήνα, Επικαιρότητα, 1986.
Δασκαλόπουλος Δημήτρης, Βιβλιογραφία Οδυσσέα Ελύτη (1971-1992). Αθήνα, Εταιρεία Συγγραφέων, 1993.
Δεκαβάλλες Αντώνης, Ο Ελύτης από το χρυσό ως το ασημένιο ποίημα. Αθήνα, Κέδρος, 1990.
Δημοπούλου - Χατζηπέτρου Ντίνα, Οδυσσέας Ελύτης · Το μέτρημα του ανθρώπου. Αθήνα, εκδ. Κριτικών Φύλλων, 1985.
Δήμου Νίκος, Δοκίμια 1·Οδυσσέας Ελύτης. Αθήνα, Νεφέλη, 1992.
Ζωγράφου Λιλή, Ο ηλιοπότης Ελύτης. Αθήνα, Ερμείας, χ.χ.
Θαλάσσης Γιώργος, Οδυσσέας Ελύτης · Τέχνη μυρεψού. Αθήνα, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1974.
Ιακώβ Δανιήλ Ι., Η αρχαιογνωσία του Οδυσσέα Ελύτη . Αθήνα, Πολύτυπο, 1983.
Ιωάννου Γιάννης Η., Οδυσσέας Ελύτης · Από τις καταβολές του Υπερρεαλισμού στις εκβολές του μύθου. Αθήνα, Καστανιώτης, 1991.
Καποδίστριας Παναγιώτης Π., Η αναστύλωση του απωλεσμένου πολιτεύματος · (Τύποι στιγμών στον Ελύτη). Άμφισσα, 1992 (ανάτυπο από το περ. Τετράμηνα48, σ.3199-3216)
Καραντώνης Αντρέας, Για τον Οδυσσέα Ελύτη. Αθήνα, Παπαδήμας, 1980.
Κεφαλίδης Ν.Χ. - Παπάζογλου Γ.Κ., Πίνακας λέξεων «Ποιημάτων» του Οδυσσέα Ελύτη. Θεσσαλονίκη, 1985.
Κοκόλης Ξ.Α., Για το Άξιον Εστί του Ελύτη · μια οριστικά μισοτελειωμένη ανάγνωση. Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 1984.
Λιγνάδης Τάσος, Το Άξιον Εστί του Ελύτη · Εισαγωγή · Σχολιασμός · Ανάλυση. Αθήνα, 1976 (β’ έκδοση με προσθήκη)
Λυχναρά Λίνα, Η μεταλογική των πραγμάτων: Οδυσσέας Ελύτης. Αθήνα, Ίκαρος, 1980.
Λυχναρά Λίνα, Το μεσογειακό τοπίο στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη και του Οδυσσέα Ελύτη · Μια παράλληλη ανάγνωση. Αθήνα, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1996.
Μαρωνίτης Δ.Ν., Όροι του λυρισμού στον Οδυσσέα Ελύτη. Αθήνα, Κέδρος, 1980.
Μαυρομάτης Δημήτρης Κ., Πίνακας λέξεων του «Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη. Ιωάννινα, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Φιλοσοφική Σχολή. Έδρα Νεοελληνικής Φιλολογίας, 1981.
Μερακλής Μ.Γ., Δεκαπέντε ερμηνευτικές δοκιμές στον Οδυσσέα Ελύτη. Αθήνα, Πατάκης, 1984.
Παπαχρίστου - Πάνου Ευαγγελία, «Ιδού εγώ…» 1+4 δοκίμια για τον Οδυσσέα Ελύτη. Αθήνα, Δωδώνη, 1980.
Τσεκούρας Δ.Ι., «Το Μονόγραμμα του Οδυσσέα Ελύτη (μια πρώτη κειμενογλωσσολογική/υφολογική ανάγνωση του έργου)», Πόρφυρας75 (Κέρκυρας), 10-12/1995, σ.87-96.
Φράιερ Κίμων, Άξιον εστί το τίμημα · Εισαγωγή στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη · Μετάφραση Νάσος Βαγενάς. Αθήνα, Κέδρος, 1978.
Carson Jeffrey (μετάφραση Στρατή Πασχάλη), «Σχόλια στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη», Η λέξη3, 3-4/1981, σ.167-171.
Vitti Mario, Οδυσσέας Ελύτης · Κριτική μελέτη. Αθήνα, Ερμής, 1984.
Vitti Mario, Οδυσσέας Ελύτης · Βιβλιογραφία 1935-1971 · Συνεργασία Αγγελικής Γαβαθά. Αθήνα, Ίκαρος, 1977.
Vitti Mario (επιμ.), Εισαγωγή στην ποίηση του Ελύτη
Επιλογή κριτικών κειμένων – Επιμέλεια Mario Vitti. Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, 1999. Αφιερώματα περιοδικών
The Charioteer1, (Νέα Υόρκη), Φθινόπωρο 1960.
Bolet ίn de la Universidad de Chile73, (Σαντιάγο), 4/1967.
La Nouvelle Revue Francaise, (Παρίσι), 6/1970.
Αιολικά Γράμματα13, ετ.3, 1-2/1973.
Books Αbroad49, (Oklahoma), αρ.4, Φθινόπωρο 1975.
Αιολικά Γράμματα8, αρ.43-44, 1-4/1975.
Επίκαιρα586, 25/10/1979.
Απανεμιά14, ετ.3, 11-12/1979.
Αντί146, 29/2/1980.
Θεατρικά Τετράδια3, ετ.Α’, 3/1980.
Η λέξη3, 3-4/1981, σ.155-171 και 241-246.
The Charioteer24-25, (Νέα Υόρκη), 1982-1983.
Γράμματα και Τέχνες43-44, 11-12/1985.
Χάρτης21-23, 11/1986.
Η λέξη92, 2/1990, σ.91-113.
Η λέξη106, 11-12/1991.
Αντί492, 24/4/1992.
Εντευκτήριο6, (Θεσσαλονίκη), αρ.23-24, Καλοκαίρι - Χειμώνας 1993.
Εντευκτήριο (Θεσσαλονίκη), αρ.28-29, Φθινόπωρο – Χειμώνας 1994.
Επτά Ημέρες (Καθημερινής), 25/9/1994.
Διαβάζω362, 4/1996.
Επτά Ημέρες (Καθημερινής)ΚΑ’, “Τα Ελληνικά Νόμπελ”, 1997.
Διαβάζω372, 3/1997, σ.47-65.
Ελίτροχος12, Άνοιξη-Καλοκαίρι 1997, σ.57-105.
Νέα Εστία141, 1 & 15/4/1997, ετ.ΟΑ’, αρ.1674-1675. 1. Για περισσότερα στοιχεία βλ. Vitti Mario, Βιβλιογραφία Οδυσσέα Ελύτη (1971-1992). Αθήνα, Εταιρεία Συγγραφέων, 1993, Δασκαλόπουλος Δημήτρης, Βιβλιογραφία Οδυσσέα Ελύτη (1971-1992). Αθήνα, Εταιρεία Συγγραφέων, 1993, Δασκαλόπουλος Δημήτρης, «Βιβλιογραφικά Οδυσσέα Ελύτη (1993-1997)», Νέα Εστία141, 1η & 15/4/1997, ετ.ΟΑ΄, αρ.1674-1675, σ.611-635 και Σταυροπούλου Έρη, «Οδυσσέας Ελύτης: Επιλογή Βιβλιογραφίας», Διαβάζω362, 4/1996, σ.78-83.